Μανώλης Χιώτης-Ελληνική Μουσική και Ιστορία

Μανώλης Χιώτης-Ελληνική Μουσική και Ιστορία
Ένα Ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο ανασύροντας αρίφνητους θησαυρούς μέσα από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας με τα σημαντικότερα γεγονότα από το χώρο της Μουσικής και της Τέχνης 

 

Χορηγός στην καθημερινή σας ενημέρωση το Εστιατόριο στο Μονοδένδρι Ζαγορίου

Η ΠΙΤΑ ΤΗΣ ΚΙΚΙΤΣΑΣ από αν το 1958 τηλ 2653071340

Μανώλης Χιώτης-Ελληνική Μουσική και Ιστορία

Μανώλης Χιώτης-Ελληνική Μουσική και Ιστορία-00Ο Μανώλης Χιώτης (21 Μαρτίου 1921 – 21 Μαρτίου 1970) ήταν Έλληνας συνθέτης, από τους σημαντικότερους του λαϊκού τραγουδιού, και σπουδαίος δεξιοτέχνης του μπουζουκιού. Έφερε επανάσταση στην ελληνική μουσική και στο λαϊκό τραγούδι γενικότερα επινοώντας την τετράχορδη παραλλαγή του μπουζουκιού, αλλά και δημιουργώντας το πρώτο “κοσμικό κέντρο”.

 

Μανώλης Χιώτης-Ελληνική Μουσική και Ιστορία-04Ο Μανώλης Χιώτης γεννήθηκε στις 21 Μαρτίου 1921 και πέθανε την ίδια μέρα (21 Μαρτίου 1970), σε ηλικία 49 ετών, από ένα καπρίτσιο λες της μοίρας. Δεν είναι σίγουρο  για τον τόπο γέννησής του, με κάποιους μελετητές του ρεμπέτικου να αναφέρουν τη Θεσσαλονίκη ως γενέτειρά του, ενώ άλλοι να τον τοποθετούν στο Ναύπλιο. Οι συχνές μετακινήσεις της οικογένειάς του από Θεσσαλονίκη σε Ναύπλιο ευθύνονται ενδεχομένως για την ασυνέπεια των αναφορών.

Φαίνεται πάντως ότι ο πατέρας του, Διαμαντής Χιώτης, γέννημα θρέμμα του Πειραιά, και η μητέρα του είχαν εγκατασταθεί στη Θεσσαλονίκη μεταξύ 1920-1935, προερχόμενοι από το Ναύπλιο. Όσο για το επίθετό του, έλκει την καταγωγή του από τη ιδιαίτερη πατρίδα του πατέρα του, τη Χίο.

 

Κατά τη διάρκεια των μαθητικών του χρόνων πήρε μαθήματα κιθάρας, μπουζουκιού και ούτι από τον διάσημο μουσικοδιδάσκαλο της εποχής Γεώργιο Λώλο. Το 1935 επέστρεψε με την οικογένειά του στο Ναύπλιο και σε ηλικία μόλις 15 ετών έκανε τις πρώτες εμφανίσεις του σε μαγαζιά της περιοχής.

Η αλήθεια είναι ότι ο Μανώλης Χιώτης δεν έζησε δύσκολα παιδικά χρόνια. Η οικογένειά του ήταν ευκατάστατη (η μητέρα του μάλιστα διατηρούσε ένα από τα πλέον αριστοκρατικά μπαρ της εποχής) και αυτό το αρχοντικό στυλ στο πάλκο διατήρησε και ο ίδιος στη μετέπειτα πορεία του.

Το 1936 κατέβηκε στην Αθήνα. Εμφανίστηκε για λίγες ημέρες στα «Παγώνια» (στη Σωκράτους και Αγίου Κωνσταντίνου γωνία) και αμέσως μετά στο «Δάσος», πλάι στον μεγάλο Στράτο Παγιουμτζή. Ήταν ακόμα 16 χρονών, ωστόσο ο Παγιουμτζής, διακρίνοντας το ταλέντο του, τον παρουσίασε στην Columbia, με την οποία υπέγραψε το πρώτο του συμβόλαιο, ως «διευθύνον πρίμο όργανο», το χειμώνα του 1936.

Την επόμενη χρονιά φωνογράφησε και το πρώτο του τραγούδι «Γιατί δεν λες το ναι» (Το χρήμα δεν το λογαριάζω), με εκτελεστή τον Στράτο Παγιουμτζή. Λίγο αργότερα γνωρίζεται με τον Μπαγιαντέρα και παίζει μαζί του στις κλασικές εκτελέσεις των προπολεμικών επιτυχιών του, «Νυχτερίδα», «Μ’ έχεις μαγεμένο», «Ζούσα μοναχός χωρίς αγάπη» κ.ά.

Μετά την απελευθέρωση, ο Μανώλης Χιώτης χρησιμοποιεί για πρώτη φορά τον ενισχυτή στις εμφανίσεις του και η καριέρα του εκτινάσσεται απότομα, όταν ηχογραφεί σε δεύτερη εκτέλεση το ήδη επιτυχημένο τραγούδι του «Ο πασατέμπος» (1946). Σε αυτό το τραγούδι κάνει -σύμφωνα με την κυρίαρχη άποψη- την πρώτη του εμφάνιση το τετράχορδο μπουζούκι, μία καινοτομία που εκτιμάται ότι πρώτος ο Χιώτης χρησιμοποίησε, αν και φαίνεται ότι τελικά το τετράχορδο μπουζούκι υπήρχε και νωρίτερα. Στο πάλκο, χρησιμοποιεί δύο μπουζούκια, ένα κλασικό, με μεταλλικές χορδές, κι ένα με χορδές από έντερα, ώστε η χροιά του να μοιάζει με το ούτι.

 

Κατά τη δεκαετία του ’40 γράφει τη μια επιτυχία μετά την άλλη: «Πάλι στις τρεις ήρθες εχθές να κοιμηθείς», «Θα σου πω το μυστικό μου», «Το φτωχομπούζουκο»  κ.ά. Το 1950, έπειτα από δυο χρόνια χωρίς σουξέ, γράφει σε στίχους του Ν. Ρούτσου (που του έδινε στίχους που απέρριπτε ο Τσιτσάνης) «Τα πεταλάκια» και την ίδια χρονιά το «Σ’ αυτό το φτωχοκάλυβο» με τη Στέλλα Χασκίλ.

Το 1954 παντρεύεται την πρώτη του γυναίκα, την τραγουδίστρια Ζωή Νάχη και αποκτά μαζί της δύο παιδιά. Το 1959 γνωρίζει τη Μαίρη Λίντα και παντρεύονται, κάνουν μαζί το ανεπανάληπτο ντουέτο που κυριάρχησε στο ελληνικό τραγούδι μέχρι το ’66, οπότε και χώρισαν. Ανεπανάληπτες επιτυχίες, κλασικές φιγούρες στον κινηματογράφο και λάτιν ρυθμοί, που κορυφώνονταν σε οργιαστικά σόλα. Παράλληλα, δίνει και εκπληκτικά, κλασικού ύφους, σουξέ στον Στέλιο Καζαντζίδη, κυρίως σε στίχους του Χρήστου Κολοκοτρώνη.

 

   Το 1959 ενορχηστρώνει τον «Επιτάφιο» του Μίκη Θεοδωράκη, που έχει κάνει ήδη μια αποτυχημένη έκδοση, και τον απογειώνει. Ακολουθούν οι «Λιποτάκτες», η «Πολιτεία» και το «Αρχιπέλαγος». Με τις ενορχηστρώσεις του Χιώτη και τις φωνές της Μαίρης Λίντα, του Γρηγόρη Μπιθικώτση, του Στέλιου Καζαντζίδη και της Μαρινέλλας, τα έργα του Θεοδωράκη, αλλά και του Χατζιδάκι -του οποίου υπήρξε για καιρό σολίστας- αποκτούν λαϊκή απήχηση. Είναι ουσιαστικά αυτός που ανοίγει το δρόμο και στους άλλους λαϊκούς μουσικούς να συνεργαστούν με τους λόγιους συνθέτες, με αποτέλεσμα την έκρηξη του λεγόμενου «Έντεχνου».

Στην περιοδεία του στην Αμερική είναι που θα μπει στα αυτιά του περίφημου μουσικού και δεξιοτέχνη της κιθάρας Τζίμι Χέντριξ, ο οποίος θα τον θεωρήσει έκτοτε ως τον καλύτερο σολίστα εγχόρδου. Η ταχύτητα και οι αυτοσχεδιασμοί του Χιώτη ήταν πράγματι το κάτι άλλο, με το τραγούδι του «Την έδιωξα κι όμως την αγαπώ» να βρίσκεται στο προσωπικό μουσικό αρχείο του Χέντριξ μετά τον θάνατό του.

 

Ο Χέντριξ γνωρίστηκε με τον Χιώτη πιθανότατα στο Σικάγο, όταν και έπαιξαν σε διπλανά μαγαζιά, με τον Τζίμι να αναφωνεί έπειτα από ρεσιτάλ: «Ο Χιώτης είναι ο μεγαλύτερος σολίστας του κόσμου».

 

 

Τα τελευταία πέντε χρόνια της ζωής του ήταν και τα πιο δραματικά. Χωρίζει με τη Λίντα (πράγμα που του στοίχισε πολύ), κάνει αποτυχημένες συνεργασίες και ο καρκίνος αρχίζει να τον κατατρώγει. Στις 21 Μαρτίου του 1970, ανήμερα των 50ων γενεθλίων του, ο Μανώλης Χιώτης αφήνει την τελευταία του πνοή. Στην κηδεία του, στο Α’ νεκροταφείο Αθηνών, ο Γιάννης Καραμπεσίνης παίζει με το μπουζούκι του Χιώτη τα «Ηλιοβασιλέματα» και το δακρυσμένο πλήθος τραγουδά. Μαζί και οι τρεις συντρόφισσες της ζωής του: Ζωή Νάχη, Μαίρη Λίντα και Μπέμπα Κυριακίδου.

Ο Μανώλης Χιώτης υπήρξε μία προσωπικότητα που άλλαξε την ιστορία και την εξέλιξη της μουσικής στην Ελλάδα. Η καινοτομία των τεσσάρων χορδών στο μπουζούκι, που είτε αυτός εφάρμοσε πρώτος είτε την επέβαλλε, μπορεί μεν να προκάλεσε το μένος των παραδοσιακών τριχορδάδων, αλλά έκανε αποδεκτό το μπουζούκι σε όλη την Ελλάδα, μιας και μέχρι τότε ήτανε απαγορευμένο και χαρακτηρισμένο ως «υπερβολικά λαϊκό», αλλά και γνωστό στον υπόλοιπο κόσμο.

Ελληνική Μουσική και Ιστορία…
Μανώλης Χιώτης-Ελληνική Μουσική και Ιστορία
Ένα Ταξίδι στο χρόνο και στο χώρο ανασύροντας αρίφνητους θησαυρούς μέσα από το χρονοντούλαπο της Ιστορίας με τα σημαντικότερα γεγονότα από το χώρο της Μουσικής και της Τέχνης 

Εάν σας άρεσε το αφιέρωμα,  παρακαλώ μοιραστείτε το με φίλους. Η δύναμη του ιστολογίου είναι οι αναγνώστες του…..εσείς.

 

Δεν επιτρέπεται η αντιγραφή και αναδημοσίευση μέρους ή ολόκληρου άρθρου του περιοδικού. Δεν επιτρέπεται και η αναμετάδοση των ηχητικών κειμένων μας σε οποιαδήποτε μορφή και προβολή, δίχως τη γραπτή  αδείας μας.

 


Για άμεση επικοινωνία μαζί μας

 


     

    ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

    Please enter your comment!
    Please enter your name here